ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ο ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΕΚΛΟΚΕΝΤΑΥΡΟΥ

Φαντάσου έναν καρεκλοκένταυρο με αποκολλημένα τα πισινά του, να έρπει προς το νέο του αξίωμα. Μοιάζει με αλλόκοτο μαλάκιο, αηδιαστικά απροστάτευτο και εμετικά θλιβερό. Την ώρα που πανικόσυρτο, σπεύδει να οχυρωθεί στο νέο του κέλυφος. Ίσως, γι' αυτό και κανένας από τους γυμνόποδες αδελφούς μου, δεν το πατάει. Τόσο πολύ το σιχαίνονται.
Κώστας Ι. Γιαλίνης

ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΕ (Translate)

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

«Κλασικές Ευρωπαϊκές Ταινίες ΙΙΙ»

ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Λουί Μαλ, Βιμ Βέντερς, Τζίλο Ποντεκόρβο και Μπέλα Ταρ: Τέσσερις διακεκριμένοι δημιουργοί που σφράγισαν με το έργο τους τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο, βρίσκονται στο προσκήνιο αυτή την εβδομάδα στην Ταινιοθήκη Θεσσαλονίκης. Αφορμή, το αφιέρωμα «Κλασικές Ευρωπαϊκές Ταινίες ΙΙΙ», το οποίο πραγματοποιείται από την Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου έως και την Κυριακή 2 Μαρτίου 2014 στην αίθουσα Τάκης Κανελλόπουλος (Μουσείο Κινηματογράφου – Ταινιοθήκη Θεσσαλονίκης, Αποθήκη Α’, Λιμάνι).
Φιλοτεχνημένες με την πρωτοποριακή ματιά των δημιουργών τους, οι ταινίες του αφιερώματος είναι κλασικές, η καθεμιά με το δικό της τρόπο. Εστιάζουν σε καθοριστικά ιστορικά στιγμιότυπα, υπαρξιακά αδιέξοδα και ταξίδια αυτογνωσίας και αποτελούν σημεία αναφοράς στην έβδομη Τέχνη. Πιο συγκεκριμένα, το αφιέρωμα περιλαμβάνει τις ταινίες: Η μάχη του Αλγερίου του Τζίλο Ποντεκόρβο (1966), H φλόγα που τρεμοσβήνει του Λουί Μαλ (1963), Στο πέρασμα του χρόνου του Βιμ Βέντερς (1976) και Οι αρμονίες  του Μπέλα Ταρ (2000).

Αξίζει να θυμηθούμε ότι:-Η ταινία Η μάχη του Αλγερίου θεωρείται ένα ανυπέρβλητο αριστούργημα: Λίγες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου δίνουν στο θεατή τόσο έντονα την ψευδαίσθηση ότι δεν παρακολουθεί απλά την ιστορική αναπαράσταση της μάχης στο Αλγέρι το 1967, αλλά ότι βιώνει ο ίδιος τα γεγονότα τη στιγμή που εκτυλίσσονται.

-Ο Τζιμ Τζάρμους, ο σπουδαίος σκηνοθέτης του ανεξάρτητου σινεμά, είχε δηλώσει στοιχειωμένος από τη θέαση της ταινίας Οι αρμονίες του Μπέλα Ταρ.
-Το φιλμ Η φλόγα που τρεμοσβήνει (1963) είναι η πέμπτη ταινία που σκηνοθέτησε ο ήδη σπουδαίος - 31 ετών τότε - Λουί Μαλ, βασισμένος στο ομώνυμο μυθιστόρημα του γάλλου συγγραφέα Πιερ Ντριε Λα Ροσέλ.
-Ο Βιμ Βέντερς σημειώνει χαρακτηριστικά για την ταινία του Στο πέρασμα του χρόνου: «Η ταινία αναφέρεται στην ιστορία δύο ανδρών, αλλά είναι διαφορετική από τις αντίστοιχες αντρικές ταινίες του Χόλιγουντ, στις οποίες μένει απέξω η ουσία του πράγματος: το γιατί οι άνδρες προτιμούν να είναι μεταξύ τους και όχι με τις γυναίκες κι αν το κάνουν είναι μονάχα για να περάσουν τον καιρό τους».

Να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο του αφιερώματος «Κλασικές Ευρωπαϊκές Ταινίες ΙΙΙ» και αποκλειστικά κατά τη διάρκεια αυτού, στο πωλητήριο του Μουσείου Κινηματογράφου – Ταινιοθήκης Θεσσαλονίκης θα διατίθενται σε ειδική, μειωμένη τιμή οι εκδόσεις του ΦΚΘ για τον Μπέλα Ταρ (από τα 5 στα 3 ευρώ) και τον Βιμ Βέντερς (από τα 15 στα 9 ευρώ).

Πώληση εισιτηρίων: Μουσείο Κινηματογράφου – Ταινιοθήκη Θεσσαλονίκης (Αποθήκη Α΄, Λιμάνι, τηλ. 2310-508.398, cinematheque@filmfestival.gr)
Τιμή εισιτηρίου: 4 ευρώ (γενική είσοδος), 3 ευρώ (για τα μέλη).
Κάρτα μέλους: 1 ευρώ.

Πρόγραμμα προβολών

ΠΕΜΠΤΗ 27/2
18.30 Οι αρμονίες - 21.00 H φλόγα που τρεμοσβήνει

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 28/2
20.00 Στο πέρασμα του χρόνου

ΣΑΒΒΑΤΟ 1/3
18.30 H φλόγα που τρεμοσβήνει - 21.00 Η μάχη του Αλγερίου

ΚΥΡΙΑΚΗ 2/3
18.30 Η μάχη του Αλγερίου - 21.00 Οι αρμονίες

Οι ταινίες αναλυτικά:


Η μάχη του Αλγερίου (Ιταλία, 1966)
Σκηνοθεσία: Τζίλο Ποντεκόρβο. Ασπρόμαυρη, 121’.
Η ταινία μάς μεταφέρει στο ταραγμένο Αλγέρι, όταν η γαλλο-αλγερινή ένοπλη αντιπαράθεση αγγίζει την κορύφωσή της, καταγράφοντας την ιστορική μάχη της πόλης του Αλγερίου το 1957 και τη δράση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου της Αλγερίας (FLN) εναντίον των γάλλων αποικιοκρατών. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας εκτυλίσσεται τις ημέρες της επταήμερης γενικής απεργίας που οργάνωσε το FLN και της προσπάθειας κατάπνιξής της, με τις διώξεις, τις συλλήψεις και τα άγρια βασανιστήρια από τους αλεξιπτωτιστές του συνταγματάρχη Ματιέ. Κυρίαρχο σκηνογραφικό φόντο είναι οι δαιδαλώδεις φτωχογειτονιές της Κάσμπα, της παλιάς ισλαμικής γειτονιάς της πόλης και κάστρου της αλγερινής λαϊκής αντίστασης.
Κατά γενική ομολογία, Η μάχη του Αλγερίου θεωρείται ένα ανυπέρβλητο κινηματογραφικό αριστούργημα, με τεράστια επιδραστική δύναμη στους μεταγενέστερους σκηνοθέτες και αφηγείται τον ανταρτοπόλεμο που ξεκινά ενάντια στη γαλλική αποικιοκρατία ο απλός λαός της αραβικής συνοικίας. Ο υπερθετικός βαθμός των χαρακτηρισμών οφείλεται στο γεγονός ότι πολύ λίγες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου δίνουν στον θεατή τόσο έντονα την ψευδαίσθηση ότι δεν παρακολουθεί απλά μια ιστορική αναπαράσταση, αλλά ότι βιώνει ο ίδιος τα γεγονότα τη στιγμή που εκτυλίσσονται. Το μεγάλο επίτευγμα του Τζίλο Ποντεκόρβο είναι ότι η ταινία του μοιάζει συχνά (αν όχι από την αρχή μέχρι το τέλος), με αληθινό ντοκιμαντέρ, λόγω της χρήσης της κάμερας στο χέρι, αλλά και άλλων εξαιρετικά λειτουργικών τεχνικών, ενώ είναι εντυπωσιακό (ακόμα και ο υποψιασμένος θεατής παραπλανάται) ότι σε καμιά σκηνή του φιλμ δεν υπάρχει αρχειακό υλικό. Γυρισμένη στους φυσικούς χώρους όπου διεξήχθη η μάχη και με τον δεξιοτεχνικό χειρισμό του πλήθους να μεταδίδει το πάθος των πραγματικών γεγονότων, η ταινία καταφέρνει να μεταμορφώσει την αληθοφάνεια σε «αλήθεια», καθηλώνοντας τον θεατή με τον καταιγιστικό της ρυθμό και την απαράμιλλη αφηγηματική της δύναμη. Να σημειώσουμε ακόμη ότι η ταινία κατάφερε να κατανοήσει και να αναδείξει τόσο πολύ σε βάθος τους μηχανισμούς τρομοκρατίας και αντι-τρομοκρατίας που κρύβονται πίσω από έναν αντάρτικο πόλεμο, ώστε να φτάσει μέχρι το αμερικανικό Πεντάγωνο, ως μάθημα ανταρτοπόλεμου και επαναστατικής τακτικής.

Στο πέρασμα του χρόνου (Δυτική Γερμανία, 1976)
Σκηνοθεσία: Βιμ Βέντερς. Ασπρόμαυρη, 175’.

Ο Μπρούνο ταξιδεύει μ’ ένα φορτηγό κατά μήκος των συνόρων Δυτικής και Ανατολικής Γερμανίας, επισκευάζοντας μηχανές προβολής επαρχιακών κινηματογράφων. Ένα πρωί βλέπει κάποιον να πέφτει με το αυτοκίνητό του στο ποτάμι. Πρόκειται για τον Ρόμπερτ, έναν ψυχογλωσσολόγο που εγκατέλειψε σπίτι και επάγγελμα και τον οποίο ο Μπρούνο βοηθά να διασωθεί. Συνεχίζουν μαζί το ταξίδι και στην διάρκεια της περιπλάνησής τους βιώνουν διάφορες καταστάσεις, γνωρίζονται καλύτερα, επισκέπτονται το εγκαταλελειμμένο πατρικό σπίτι του Μπρούνο και τον πατέρα του Ρόμπερτ, γίνονται φίλοι, συγκρούονται και στο τέλος χωρίζουν. Είναι ο Ρόμπερτ που μια μέρα φεύγει αφήνοντας πίσω του ένα σημείωμα που γράφει πως «όλα πρέπει ν’ αλλάξουν», ενώ ο Μπρούνο συνεχίζει τον μοναχικό του δρόμο.
«Η ταινία αναφέρεται στην ιστορία δύο ανδρών, αλλά είναι διαφορετική από τις αντίστοιχες αντρικές ταινίες του Χόλιγουντ, στις οποίες μένει απέξω η ουσία του πράγματος: το γιατί οι άνδρες προτιμούν να είναι μεταξύ τους και όχι με τις γυναίκες κι αν το κάνουν είναι μονάχα για να περάσουν τον καιρό τους. Η ταινία μου Στο πέρασμα του χρόνου έχει ακριβώς αυτό το θέμα: δύο άντρες που στον έναν αρέσει η συντροφιά του άλλου και που αισθάνονται καλύτερα μαζί, παρά με τις γυναίκες. Θα δείτε τις αδυναμίες του καθενός, τις συναισθηματικές τους ανασφάλειες και πώς προσπαθούν να τις κρύψουν. Αλλά στο πέρασμα του χρόνου θα γνωριστούν καλύτερα και θα μιλήσουν για τα ελαττώματά τους, κάτι που θα τους οδηγήσει αναπόφευκτα στο χωρισμό. Χωρίζουν γιατί στην διάρκεια του ταξιδιού τους στη γερμανική ενδοχώρα ήρθαν ξαφνικά πολύ κοντά ο ένας στον άλλο. Πρόκειται για μια ιστορία που δεν λέγεται συχνά στις αντρικές ταινίες. Η ιστορία της απουσίας των γυναικών και ταυτόχρονα η ιστορία της λαχτάρας γι’ αυτές. (...) To να περάσω τα σύνορα ή να βρεθώ σ’ ένα μέρος που δεν είχα ξαναπάει πριν, μου προκαλεί (όπως και σε οποιονδήποτε άλλο) μια πιο έντονη αίσθηση αυτού που συμβαίνει, γιατί το κάνω για πρώτη φορά. Μ’ άλλα λόγια η αντιληπτική ικανότητα εξαρτάται από το πόσο κάποιος είναι διατεθειμένος να αντιληφθεί: από την ψυχική του διάθεση και από τη δυνατότητα πρόσληψης που έχει. Και πιστεύω ότι οι αισθήσεις βρίσκονται σε εγρήγορση στη διάρκεια ενός ταξιδιού ή σε μια καινούργια κατάσταση. Το ταξίδι είναι για μένα μια κίνηση φαινομενολογική. Αυτό σημαίνει απλά ότι κάτι συμβαίνει και όχι απαραίτητα ότι κάτι μετασχηματίζεται. Παρ’όλα αυτά, το ταξίδι εμπεριέχει τη δυνατότητα του μετασχηματισμού και είναι αυτό ακριβώς που μ’ ενδιαφέρει στο θέμα του ταξιδιού: ένας δυνητικός μετασχηματισμός, όχι μονάχα ανάμεσα στα πρόσωπα αλλά και μέσα σ’ αυτά». Βιμ Βέντερς

Οι αρμονίες (Ουγγαρία – Γερμανία – Γαλλία, 2000)
Σκηνοθεσία: Μπέλα Ταρ. Ασπρόμαυρη, 145’.

Στην κεντρική πλατεία μιας επαρχιακής πόλης, μέσα στην παγωνιά, εκατοντάδες ανθρώπων στέκονται γύρω από μια σκηνή τσίρκου και περιμένουν να δουν την κεντρική ατραξιόν: το βαλσαμωμένο κουφάρι μιας αληθινής φάλαινας. Κόσμος συνεχίζει να έρχεται από όλα τα σημεία της πεδιάδας. Η άφιξη του κήτους, η ανθρωποπλημμύρα και το τσουχτερό κρύο πυροδοτούν μια αλυσίδα από ανεξέλεγκτα πάθη, μίση, αντιπαλότητες και φιλοδοξίες και όλοι αυτοί οι άνθρωποι αναίτια εξεγείρονται. Μόνος, μέσα στο ανώνυμο και επιθετικό πλήθος, ο Γιάνος Βάλουσκα, ένας αλαφροίσκιωτος και ονειροπαρμένος ταχυδρομικός υπάλληλος, μοιάζει να είναι ο τελευταίος υπερασπιστής μια ανθρωπότητας που βαίνει ολοταχώς προς το χείλος της αβύσσου.
Όταν ένας κινηματογραφικός δημιουργός όπως ο Τζιμ Τζάρμους, δηλώνει στοιχειωμένος από τη θέαση της ταινίας Οι αρμονίες του Μπέλα Ταρ (βασισμένη στο μυθιστόρημα «Η μελαγχολία της αντίστασης», του στενού του συνεργάτη, συγγραφέα Λάσλο Κραζναχορκάι),το μόνο που μπορεί να «πάθει» ο μέσος θεατής είναι να μείνει άναυδος: για το ασπρόμαυρο ενορατικό της βλέμμα σ’ έναν έσω κόσμο, όπου τα πάντα τραμπαλίζονται στο χείλος μιας άγνωστης αβύσσου· για την επιμήκυνση του κινηματογραφικού της χρόνου που «χύνεται» στο άπειρο, πίσω και πέρα από την εικόνα· για την εναγώνια αναμονή μιας πραγματικότητας σε αποσύνθεση, που ψυχορραγεί στο κατώφλι μιας αποκάλυψης που ποτέ δεν έρχεται· για το μυστικό της τοπίο που κρύβεται στο μάτι της βαλσαμωμένης φάλαινας (αλληγορία ενός απονεκρωμένου, αλλά με παράξενο τρόπο, ακόμα ζωντανού και ενεργητικού παλιού κόσμου)· για την οριστικά και αμετάκλητα χαμένη αρμονία των πλανητών που ορίζουν την τύχη του Σύμπαντος και τη μοίρα αυτών που το κατοικούν. Ακραία μετά-κινηματογραφική εμπειρία Οι αρμονίες, χωρίς να ανήκουν σε οποιαδήποτε μορφή πρωτοπορίας, έρχονται από ένα δυσοίωνο μέλλον και πέφτουν σαν συμπαγής μετεωρίτης ενός άγνωστου πλανήτη, μουδιάζοντας το βλέμμα του ανυποψίαστου θεατή· ένα άλυτο αισθητικό αίνιγμα, που με μια ανησυχαστική αίσθηση του Αλλότριου, τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια του, απ’ τη στιγμή που κάθε αναφορά στους συμβατούς ή ασύμβατους κινηματογραφικούς κώδικες είναι ανύπαρκτη. (Η μόνη ίσως αναγωγή στoν κόσμο της τέχνης είναι στον Ιερώνυμο Μπος, το ζωγράφο που απεικόνισε στο έργο του την κόλαση). Ταινία που θέτει επιτακτικά το πρόβλημα της αναγνωσιμότητας και της αναγνωρισιμότητας, δηλαδή των ορίων και του επέκεινα της κινηματογραφικής εικόνας, Οι αρμονίες του Werckmeister όπως και το υπόλοιπο έργο του Ούγγρου οραματιστή Μπέλα Ταρ (που προβλήθηκε για πρώτη φορά στη χώρα μας στο 43ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης), διαπερνούν τη μαύρη κουρτίνα (ύστατο σύνορο του βλέμματος) και μας δείχνουν αυτό που δεν φαντάζεται ότι μπορεί να δει κανείς.
Θωμάς Λιναράς (Ετήσιος οδηγός ΠΕΚΚ, Κινηματογράφος 2003)


H φλόγα που τρεμοσβήνει (Γαλλία, 1963)
Σκηνοθεσία: Λουί Μαλ. Ασπρόμαυρη, 105’.

Η ταινία αφηγείται το τελευταίο εικοσιτετράωρο ενός αλκοολικού που οδεύει προς αυτοκτονία. Ο ήρωας είναι ένας ευαίσθητος νέος άνδρας με ασθενική θέληση, ο οποίος, παρόλο που το μόνο που ζητά από την ζωή είναι να αγαπήσει και να αγαπηθεί, έχει απογοητευτεί από την ζωή και τους ανθρώπους. Η αποτυχία στη ερωτική του ζωή, οι μάταιες προσπάθειες αποτοξίνωσης, οι χαμένες φιλίες του παρελθόντος, η ανικανότητά του να προσαρμοστεί και να ενταχθεί στην κοινωνική πραγματικότητα, τον οδηγούν στη συνειδητοποίηση του κενού της ύπαρξής του. Ο πόθος, η φλόγα για ζωή σιγά-σιγά σβήνουν κι έτσι σταδιακά οδηγείται αναπότρεπτα στη μοιραία απόφαση.
Βασισμένη σ’ ένα μυθιστόρημα του Πιερ Ντριε Λα Ροσέλ, γραμμένο το 1931, το οποίο ο Λουί Μαλ μεταφέρει στη σύγχρονη εποχή και μ’ έναν εκπληκτικό Μορίς Ρονέ (σίγουρα στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του), η ταινία αφηγείται την (κατα)πτώση του ήρωα στο στεγνό πηγάδι της ίδιας του της ύπαρξης. Πρόκειται για ένα έργο μεγάλης μελαγχολίας, αλλά και μεγάλης αισθαντικότητας, επικεντρωμένο απόλυτα πάνω στο χαρακτήρα του Αλέν Λερουά, γνήσιο τέκνο του Ρομαντικού κινήματος, ο οποίος καθώς αδυνατεί να βρει τα περάσματα που οδηγούν από τον μέσα στον έξω κόσμο, βαδίζει συνειδητοποιημένος και με ψηλά το κεφάλι προς την καταστροφή. Με το βλέμμα στραμμένο στο διαταραγμένο (κυρίως λόγω της αποθεραπείας από το αλκοόλ) ψυχικό κόσμο του κεντρικού ήρωα, ο οποίος κινηματογραφείται σχεδόν ανάγλυφα, ο ήδη σπουδαίος 31χρονος τότε Λουί Μαλ, στην πέμπτη του ταινία, συλλαμβάνει με σκηνοθετική ακρίβεια και τρόπο σπαραχτικό, τους κραδασμούς μιας οδυνηρής υπαρξιακής αγωνίας και την ασθενική φλόγα μια ζωής που τρεμοσβήνει.

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ «Ιταλικό Πολιτικό Σινεμά»

Σπουδαίο κεφάλαιο του ιταλικού κινηματογράφου, οι πολιτικές ταινίες που γυρίστηκαν τη δεκαετία του ’60 και τις αρχές του ’70 διατυπώνουν ορισμένα εξαιρετικά επίκαιρα και διαχρονικά σχόλια για την πολιτική, την κοινωνία και τους ανθρώπους. Η Ταινιοθήκη Θεσσαλονίκης πραγματοποιεί αφιέρωμα στο Ιταλικό Πολιτικό Σινεμά, από την Πέμπτη 20 έως και την Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014στην αίθουσα Τάκης Κανελλόπουλος (Μουσείο Κινηματογράφου – Ταινιοθήκη Θεσσαλονίκης, Αποθήκη Α’, Λιμάνι). Δικαιοσύνη και αδικία, χρήμα και εξουσία, ηθικοί κανόνες και νόμιμη τάξη, ιδανικά και ουτοπίες της επανάστασης, διερευνώνται μέσα από ταινίες που φέρουν την υπογραφή των Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι, Μάριο Μονιτσέλι, Βιτόριο ντε Σέτα και Φραντσέσκο Ρόζι. Πιο συγκεκριμένα, το αφιέρωμα περιλαμβάνει τις ταινίες: Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκορα των Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι (1972), Οι σύντροφοι του Μάριο Μονιτσέλι (1963), Οι ληστές του Οργκόζολο του Βιτόριο ντε Σέτα (1961) και Τα χέρια πάνω από την πόλη του Φραντσέσκο Ρόζι (1963).
Αξίζει να θυμηθούμε ότι:
Με την ταινία Οι ληστές του Οργκόζολο ο σικελός δημιουργός Βιτόριο ντε Σέτα περνά από το ντοκιμαντέρ στη μυθοπλασία και αποσπά το βραβείο για καλύτερη πρώτη ταινία στο Φεστιβάλ Βενετίας το 1961. Οι Βέρνερ Χέρτσογκ και Μάρτιν Σκορσέζε θεωρούν το φιλμ ως ένα αδιαφιλονίκητο κινηματογραφικό αριστούργημα.
Η ταινία Τα χέρια πάνω από την πόλη του Φραντσέσκο Ρόζι -πατριάρχη του ιταλικού πολιτικού σινεμά-, απέσπασε το 1963 το Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας
Η ταινία Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκορα των Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι βασίζεται στο έργο «Το θείο και το ανθρώπινο» του Λέοντος Τολστόι.
Πώληση εισιτηρίων: Μουσείο Κινηματογράφου – Ταινιοθήκη Θεσσαλονίκης (Αποθήκη Α΄, Λιμάνι, τηλ. 2310-508.398, cinematheque@filmfestival.gr)
Τιμή εισιτηρίου: 4 ευρώ (γενική είσοδος), 3 ευρώ (για τα μέλη). Κάρτα μέλους: 1 ευρώ.
Πρόγραμμα προβολών
ΠΕΜΠΤΗ 20/2
18.30 Οι ληστές του Οργκόζολο - 21.00 Οι σύντροφοι
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 21/2
18.30 Τα χέρια πάνω στην πόλη - 21.00 Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκκορα
ΣΑΒΒΑΤΟ 22/2
18.30 Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκκορα - 21.00 Τα χέρια πάνω στην πόλη
ΚΥΡΙΑΚΗ 23/2
18.30 Οι σύντροφοι - 21.00 Οι ληστές του Οργκόζολο
Οι ταινίες αναλυτικά:
Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκορα (Ιταλία, 1972) - Σκηνοθεσία: Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι  Έγχρωμη, 90΄.
Στα τέλη του 19ου αιώνα, μια ομάδα αναρχικών εισβάλλει σ’ ένα χωριό του ιταλικού Νότου και προσπαθεί να πείσει τους χωρικούς να ενστερνιστούν τις αρχές της κολεκτιβοποίησης. Οι χωρικοί όχι μόνον μένουν απαθείς στο επαναστατικό κάλεσμα, αλλά καλούν και τις Αρχές, οι αναρχικοί συλλαμβάνονται και ο αρχηγός τους Τζούλιο Μανιέρι καταδικάζεται σε θάνατο. Τελικά η ποινή του μετατρέπεται την ύστατη στιγμή σε ισόβια και κλείνεται στη φυλακή σε απόλυτη απομόνωση και χωρίς δικαίωμα γραφής, ανάγνωσης ή οποιασδήποτε επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Για να επιβιώσει χωρίς να τρελαθεί, υιοθετεί ένα τελετουργικό φανταστικών καθηκόντων και πνευματικών ασκήσεων, το οποίο εκτελεί απαρέγκλιτα με μια εξαιρετικά αυστηρή πειθαρχία που επιβάλλει στον εαυτό του. Όταν μετά από δέκα χρόνια εγκλεισμού μεταφέρεται σε μια άλλη φυλακή, στη διάρκεια της μετακίνησής του έχει την ευκαιρία να μιλήσει για πρώτη φορά με μια ομάδα νεότερων πολιτικών κρατουμένων. Με την επαφή του αυτή αντιλαμβάνεται, όχι μόνον το χιμαιρικό και ουτοπικό χαρακτήρα των ιδεών του, αλλά και πως αποτελεί πια ένα απολίθωμα του παρελθόντος, καθώς η κοινωνική πραγματικότητα, όπως και τα νέα δεδομένα του επαναστατικού κινήματος, τον έχουν ξεπεράσει.
Οι αδελφοί Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι στην πέμπτη τους ταινία, βασισμένη στη νουβέλα του Λέοντος Τολστόι «Το θείο και το ανθρώπινο», δημιουργούν ένα έξοχο πολιτικό σχόλιο πάνω στα θέματα του εγκλεισμού, της εσωτερικής αντίστασης και της επαναστατικής ουτοπίας. Η ταινία είναι ένας στοχασμός γύρω από τη σχέση σύγκρουσης ανάμεσα τις απαιτήσεις της πολιτικής στράτευσης και τις υπαρξιακές αγωνίες, ανάμεσα στον ουτοπικό και στον «επιστημονικό» σοσιαλισμό και εντέλει μεταξύ δύο διαφορετικών τρόπων ερμηνείας και κατανόησης της επαναστατικής διαδικασίας. Πέρα από το ουσιαστικό της πολιτικό υπόβαθρο, η ταινία Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκορα μιλά για την ανθρώπινη θυσία στο βωμό της μοναξιάς και στο όνομα μιας υψηλής ιδέας και είναι απόλυτα επίκαιρη γιατί το βασικό της θέμα αφορά σε αυτό που σήμερα έχει παντελώς εξαφανιστεί: την πολιτική και κοινωνική στράτευση με όρους ανιδιοτέλειας και ηθικής εντιμότητας. Στην ταινία ξεδιπλώνεται, σε τρεις πράξεις, ένας θαρραλέος απολογισμός μιας ζωής που αφήνεται να πνιγεί στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας, όταν η Ιστορία αλλάζει πορεία «χωρίς να κοιτάζει τη δική μας μελαγχολία». Πρόκειται για μια από τις πιο αρμονικές, ισορροπημένες, εσωτερικές και τολμηρές αφηγηματικά και υφολογικά ταινίες, όχι μόνον του έργου των αδελφών από την Τοσκάνη, αλλά και του ιταλικού σινεμά της δεκαετίας του ‘70. Το Σαν Μικέλε είχε έναν κόκορα, γυρισμένο το 1972, βγήκε στις αίθουσες μονάχα τέσσερα χρόνια αργότερα, όταν το Αλοζανφάν καθιέρωσε διεθνώς τους Ταβιάνι. Ο ηθοποιός Τζούλιο Μπρότζι είναι εκπληκτικός, παίζοντας με μοναδικό συνομιλητή τον εαυτό του, σ’ ένα ρόλο ηθικά και σωματικά δύσκολο και επίπονο.
Οι σύντροφοι (Ιταλία – Γαλλία - Γιουγκοσλαβία, 1963 -  Σκηνοθεσία: Μάριο Μονιτσέλι. Ασπρόμαυρη, 128΄.
Τορίνο, τέλη του 19ου αιώνα. Οι εργάτες μια υφαντουργίας που δουλεύουν σαν σκλάβοι 13 ώρες τη μέρα, μετά από ένα σοβαρό εργατικό ατύχημα, εξεγείρονται ενάντια στις άθλιες εργασιακές συνθήκες ζητώντας μείωση του ωραρίου κατά μία ώρα. Οι διαμαρτυρίες δεν έχουν αποτέλεσμα, αλλά όταν φτάνει από τη Γένοβα σε ρόλο καθοδηγητή, ο καταζητούμενος από τη αστυνομία ως ταραξίας, καθηγητής Σινιγκάλια, υποκινεί, οργανώνει και πείθει τους εργάτες ν’ αρχίσουν απεργία διαρκείας. Τα αφεντικά απαντούν φέρνοντας ένα τρένο γεμάτο με απεργοσπάστες, αλλά τότε τα πράγματα αγριεύουν και στα επεισόδια που ακολουθούν ένας εργάτης χάνει τη ζωή του. Η απεργία συνεχίζεται, όμως κάποια στιγμή οι απεργοί, εξαντλημένοι ηθικά και οικονομικά, είναι έτοιμοι να υποχωρήσουν. Ο καθηγητής όμως, που έχει κρυφτεί για να μην συλληφθεί, εμφανίζεται και βγάζει έναν πύρινο λόγο που ενθουσιάζει τους απεργούς, οι οποίοι επιχειρούν να καταλάβουν το εργοστάσιο. Τότε η αστυνομία, που την έχουν καλέσει τα αφεντικά, καθώς τα πράγματα έχουν πάρει μια άσχημη τροπή γι’ αυτούς, ανοίγει πυρ εν ψυχρώ, ενάντια στο πλήθος...
Η ταινία, μια από τις λιγότερο γνωστές της τεράστιας φιλμογραφίας του πατριάρχη της ιταλικής κωμωδίας Μάριο Μονιτσέλι, είναι μια από τις πρώτες στο ιταλικό σινεμά που θίγουν το θέμα της γέννησης του ιταλικού εργατικού κινήματος και των αγώνων του. Οι σύντροφοι είναι μια θεαματική τοιχογραφία, μια ταινία πολυφωνική με κεντρικό ήρωα ουσιαστικά το συλλογικό υποκείμενο της εργατικής τάξης. Μέσα από τις πολλές μικρές ιστορίες των αντι-ηρωικών χαρακτήρων της, οι οποίες διαπλέκονται με μαεστρία στο σενάριο των Άτζε και Σκαρπέλι (υποψήφιο για Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου), η ταινία χωρίς μεγαλοστομία και αριστερές αγιογραφίες, αναπαριστά με ρεαλιστική δύναμη το κλίμα και το πνεύμα μιας ολόκληρης εποχής. Ο Μονιτσέλι δεν αφαιρεί από την ιστορία το ειρωνικό του βλέμμα, καθώς καταγράφει τη δυναμική των ανθρώπινων σχέσεων ισορροπώντας έξοχα ανάμεσα στο ιστορικό δράμα και την ανθρώπινη κωμωδία. Αυτή η εισαγωγή των κωμικών στοιχείων ίσως να είναι και η αιτία της μεγάλης εμπορικής αποτυχίας της ταινίας όταν προβλήθηκε, ενώ και η αντιμετώπισή της από την κριτική ήταν ανάλογη. Το γεγονός πίκρανε τον δημιουργό της, καθότι Οι σύντροφοι υπήρξαν μια από τις πιο αγαπημένες του ταινίες. Λέει ο ίδιος: «Οι αστοί την απαξίωσαν γιατί έδειχνε απεργίες και οι πολιτικοποιημένοι εργάτες γιατί θεώρησαν ότι το ειρωνικό της στοιχείο θα τους έδειχνε κάπως γελοίους, πράγμα που δεν είναι σε καμιά περίπτωση αληθές». Σήμερα η ταινία θεωρείται ένα αρχέτυπο των ταινιών ιστορικού-πολιτικού ρεύματος, μιας από τις κυρίαρχες τάσεις του ιταλικού κινηματογράφου της δεκαετίας του ‘60. 
Οι ληστές του Οργκόζολο (Ιταλία, 1961) - Σκηνοθεσία: Βιτόριο ντε Σέτα. Ασπρόμαυρη, 98΄.
Ο Μικέλε, ένας βοσκός στο Οργκόζολο της Σαρδηνίας, που ζει απομονωμένος με το κοπάδι του, κατηγορείται άδικα για τη δολοφονία ενός καραμπινιέρου. Παρ’ όλο που είναι αθώος, δεν παραδίδεται στην αστυνομία, γιατί ξέρει ότι δεν θα γίνει πιστευτός και θα πάει φυλακή. Αποφασίζει αμέσως μόλις μαθαίνει ότι τον αναζητούν, να κρυφτεί στα άγρια βουνά της περιοχής του, παίρνοντας μαζί το κοπάδι με τα πρόβατά του και τον μικρό του αδερφό που τον βοηθάει. Η φυγή του θεωρείται απόδειξη ενοχής από τις Αρχές, οι οποίες στέλνουν αποσπάσματα να τον κυνηγήσουν και να τον συλλάβουν. Αρχίζει μια περιπλάνηση σε δύσβατα, ξερά και απόκρημνα ορεινά τοπία, στη διάρκεια της οποίας, λόγω έλλειψης νερού και τροφής, ο Μικέλε χάνει όλα του τα πρόβατα, τα οποία δεν έχει καν ξεπληρώσει και είναι το μόνο του περιουσιακό στοιχείο. Στο τέλος, απεγνωσμένος και σε απόλυτο αδιέξοδο, κλέβει το κοπάδι κάποιου άλλου και γίνεται αυτό που δεν είναι και για το οποίο κατηγορείται: ληστής στο Οργκόζολο.
Από τους καλύτερους ντοκιμαντερίστες στην ιστορία του ιταλικού σινεμά, ο σικελός Βιτόριο ντε Σέτα, μ’ αυτή την απόλυτα προσωπική ταινία (παραγωγή-σκηνοθεσία-σενάριο-μοντάζ-φωτογραφία), περνά στο χώρο της μυθοπλασίας κερδίζοντας το βραβείο για την καλύτερη πρώτη ταινία στο Φεστιβάλ Βενετίας και το... για την καλύτερη φωτογραφία. Το φιλμ είναι γυρισμένο στην Βαρμπάτζια, στα ορεινά της Σαρδηνίας, μια περιοχή εξαιρετικά κακοτράχαλη αλλά και μοναδικής άγριας ομορφιάς, με ηθοποιούς τους Σαρδηνούς βοσκούς που ζουν εκεί απομονωμένοι, βοσκώντας τα κοπάδια τους. Η αρχή της ταινίας δεν μοιάζει, αλλά είναι αυτή ενός πολλά υποσχόμενου ντοκιμαντέρ, καθώς πάνω στις εικόνες ακούγεται off η φωνή του σκηνοθέτη: «Η ιστορία διαδραματίζεται σήμερα στη Σαρδηνία, στο χωριό του Οργκόζολο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι βοσκοί και ο χρόνος τους μετριέται με βάση τις εποχικές μετακινήσεις των κοπαδιών τους, σε αναζήτηση βοσκοτόπων και νερού. Η ψυχή τους έμεινε αρχέγονη και ό,τι είναι σωστό σύμφωνα με τους δικούς τους νόμους δεν ισχύει απαραίτητα και για τον πολιτισμένο κόσμο. Γι’ αυτούς μετρούν μονάχα οι δεσμοί που τους συνδέουν με την οικογένεια και την κοινότητα και όλα τα υπόλοιπα είναι ακατανόητα, ενώ το κράτος είναι παρόν μονάχα μέσα από τους καραμπινιέρους και τις φυλακές. Οι καραμπίνες τούς χρησιμεύουν για το κυνήγι, για προστασία, αλλά και για να επιτίθενται. Μπορεί να γίνουν ληστές από τη μια στιγμή στην άλλη, χωρίς καν να το καταλάβουν». Ό,τι ακολουθεί είναι μια ταινία, που άνθρωποι σαν τον Βέρνερ Χέρτσογκ και τον Μάρτιν Σκορσέζε θεωρούν ένα αδιαφιλονίκητο κινηματογραφικό αριστούργημα.
Τα χέρια πάνω από την πόλη  (Ιταλία – Γαλλία, 1963) - Σκηνοθεσία: Φραντσέσκο Ρόζι.  Ασπρόμαυρη, 105΄.
Νάπολη, αρχές της δεκαετίας του ‘60. Σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά της πόλης καταρρέει μια παλιά πολυκατοικία, λόγω των εργασιών στο γειτονικό εργοτάξιο, με αποτέλεσμα να υπάρξουν νεκροί και τραυματίες. Υπεύθυνος της καταστροφής θεωρείται ο εργολάβος Εντοάρντο Νοτόλα, δημοτικός σύμβουλος της δεξιάς παράταξης που διοικεί την πόλη. Αρχίζουν οι δικαστικές έρευνες στις οποίες εμπλέκεται άμεσα ο Νοτόλα, για να διαπιστωθούν οι αιτίες και να αποδοθούν οι ευθύνες, όμως τα έγγραφα και οι τυπικές διαδικασίες που τον αφορούν αποδεικνύονται όλα σύννομα και τελικά κανείς δεν διώκεται. Καθώς το όνομα του εργολάβου έχει «λερωθεί», το κόμμα τον αποσύρει από τη λίστα των επερχόμενων εκλογών. Όμως ο αδίστακτος επιχειρηματίας που δεν θέλει να χάσει την εξουσία και τα προνόμια που του παρέχει η θέση του στο Δήμο, δηλαδή τη δυνατότητα να κερδοσκοπεί στον τομέα των κατασκευών, χρησιμοποιεί όσα μέσα διαθέτει, θεμιτά και αθέμιτα, για να επανεκλεγεί. Αλλάζοντας πολιτικό κόμμα, μετακινούμενος πολιτικά στο κέντρο, όχι μόνον θα καταφέρει να επανεκλεγεί, αλλά θα παραμείνει και στη θέση εξουσίας που κατείχε, συνεχίζοντας να κερδοσκοπεί στο τομέα των οικοδομών με την κατασκευαστική του εταιρεία.
Βραβευμένη με το Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας, η ταινία Τα χέρια πάνω από την πόλη διατηρεί 50 χρόνια μετά ακέραια την καταγγελτική της δύναμη, την επικαιρότητα και τη δυσάρεστη αλήθεια της, γεγονός που της προσδίδει τη διάσταση ενός διαχρονικού ιστορικού ντοκουμέντου που ξεπερνάει την εποχή του. Πρόκειται για ένα έργο που πηγαίνει κατευθείαν στις ρίζες ενός καρκινώματος που απειλεί τα θεμέλια και τη συνοχή της κοινωνίας και το οποίο μιλά, χωρίς να μασά τα λόγια του, για το φαινόμενο της διαπλοκής ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομική εξουσία –μόνιμη και τότε και τώρα- πηγή της διαφθοράς και ανοιχτή πληγή του δημόσιου βίου. Η ταινία ξεπερνά τα όρια της απλής καταγγελίας, καθώς ερευνά το πρόβλημα με μια εντυπωσιακή τεκμηρίωση που αγγίζει τα όρια του ντοκιμαντέρ. Αποκαλύπτοντας τους μηχανισμούς, «τυπικά νόμιμους» μεν, αλλά πάντα στα αμφιλεγόμενα σύνορα του νόμου, με τρόπο ξεκάθαρο, δείχνει πώς μια διεφθαρμένη πολιτική τάξη, σε αγαστή συνεργασία με τους αετονύχηδες επιχειρηματίες και την αόρατη, αλλά πανταχού παρούσα Καμόρρα, κρατούν στα βρώμικα χέρια τους μια ολόκληρη πόλη. Ο πατριάρχης του ιταλικού πολιτικού σινεμά Φραντσέσκο Ρόζι, γέννημα θρέμμα της Νάπολης, δυο χρόνια μετά τον αριστουργηματικό Σαλβατόρε Τζουλιάνο χτυπά ξανά, αναδεικνύοντας ένα κακοήθες μελάνωμα της ιταλικής (και όχι μόνον) κοινωνίας. Είναι εμβληματική η φράση που εμφανίζεται στην οθόνη με τους τίτλους του τέλους: «Τα πρόσωπα και τα γεγονότα που αφηγείται η ταινία είναι φανταστικά, η πραγματικότητα όμως που τα δημιούργησε είναι απολύτως αυθεντική». Εξαιρετική η ερμηνεία του σπουδαίου Ροντ Στάιγκερ στον ρόλο του εργολάβου και θαυμάσια η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Τζιάνι ντι Βενάντσο.

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

16ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης – Εικόνες του 21ου Αιώνα 14 - 23 Μαρτίου 2014

16ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης – Εικόνες του 21ου Αιώνα
14 - 23 Μαρτίου 2014

Αποκαλυπτικά, μαχητικά, με ανατρεπτική διάθεση και κριτική ματιά, τα ντοκιμαντέρ του 16ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης – Εικόνες του 21ου Αιώνα υπόσχονται να μοιραστούν με τους θεατές δυνατές βιωματικές εμπειρίες. Με την αντίστροφη μέτρηση για το 16ο ΦΝΘ να έχει ξεκινήσει, σας παρουσιάζουμε ορισμένα από τα ... της φετινής διοργάνωσης:
  • Υποψήφιο στα φετινά Όσκαρ στην κατηγορία καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, το ντοκιμαντέρ Η εικόνα που λείπει του σκηνοθέτη Ρίτι Παν από την Καμπότζη, έχει προκαλέσει αίσθηση, αποσπώντας ήδη το βραβείο του τμήματος «Ένα Κάποιο Βλέμμα» στο φεστιβάλ των Καννών. Ο δημιουργός, επιζών ο ίδιος των φρικαλεοτήτων που διέπραξαν οι Κόκκινοι Χμερ, αποτυπώνει αυτές τις μαύρες σελίδες στην πρόσφατη ιστορία της πατρίδας του.
  • Η πολυβραβευμένη τσέχα ντοκιμαντερίστρια Χελένα Τρεστίκοβα, η Γαλλίδα Κλερ Σιμόν, η οποία κινείται με ευελιξία ανάμεσα στη μυθοπλασία και το ντοκιμαντέρ, και ο ταλαντούχος –σεναριογράφος του Πάμπλο Τραπέρο- Αργεντινός Σαντιάγκο Μίτρε καταγράφουν μέσα από τα πιο πρόσφατα ντοκιμαντέρ τους – Βόιτα Λάβιτσκα: στα πάνω και στα κάτω, Ανθρωπογεωγραφία και ... αντίστοιχα- την εύθραυστη ανθρώπινη πραγματικότητα.
  • Το συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ Επιστροφή στη Χομς του Ταλάλ Ντέρκι (Μεγάλο Βραβείο Επιτροπής στο φεστιβάλ Σάντανς) είναι μια καθηλωτική εκ των έσω ματιά στον πόλεμο που μαίνεται ακόμη στη Συρία, με την κάμερα να ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής τα όπλα των ανταρτών.
  • Οι αληθινές ιστορίες πίσω από τις ταινίες Σκυλίσια μέρα του Σίντνεϊ Λιούμετ και Αργκο του Μπεν Άφλεκ, ξεδιπλώνονται στα αποκαλυπτικά ντοκιμαντέρ Ο σκύλος των Άλισον Μπεργκ και Φρανκ Κερόντρεν και Ο άνθρωπός μας στην Τεχεράνη των Ντρου Τέιλορ και Λάρι Ουάινσταϊν.
  • Ο μεγαλύτερος πυγμάχος όλων των εποχών είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής στο ντοκιμαντέρ Οι δοκιμασίες του Μοχάμεντ Άλι του Μπιλ Σίγκελ. Ο Μοχάμεντ Άλι όταν δεν μαχόταν με τις γροθιές του, ύψωνε τη φωνή του ενάντια στον ρατσισμό και την προκατάληψη, γεγονός που τον κατέστησε σύμβολο για τη διεκδίκηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Το 16ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (ΦΝΘ 2014) βάζει τα καλά του...

Το 16ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης θα πραγματοποιηθεί φέτος από τις 14 έως τις 23 Μαρτίου. Σήμερα ξεκινά η αντίστροφη μέτρηση με τα πρώτα νέα από τη διοργάνωση:
Το Φεστιβάλ τιμά δυο δημιουργούς με σημαντική συνεισφορά στο χώρο του ντοκιμαντέρ: Τον πρόωρα χαμένο καναδό κινηματογραφιστή και φίλο του θεσμού, Πίτερ Ουιντόνικ και τον γάλλο σκηνοθέτη Νικολά Φιλιμπέρ, ο οποίος θα δώσει το παρών στο 16ο ΦΝΘ.
 
16ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης –
Εικόνες του 21ου Αιώνα
14-23 Μαρτίου 2014

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΣΕ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣ
ΠΙΤΕΡ ΟΥΙΝΤΟΝΙΚ - ΝΙΚΟΛΑ ΦΙΛΙΜΠΕΡ

«Να τιμάς ό,τι σε εμπνέει», είχε πει κάποτε ο Πίτερ Ουιντόνικ. Το 16ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης – Εικόνες του 21ου Αιώνα, τιμά φέτος στα αφιερώματά του δυο δημιουργούς που ενέπνευσαν και εμπνέουν τον κόσμο του ντοκιμαντέρ: Τον πρόωρα χαμένο καναδό κινηματογραφιστή και φίλο του φεστιβάλ, Πίτερ Ουιντόνικ (1953-2013) και τον γάλλο σκηνοθέτη Νικολά Φιλιμπέρ, έναν βιρτουόζο της τέχνης της παρατήρησης, ο οποίος θα δώσει το παρών στη διοργάνωση.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΠΙΤΕΡ ΟΥΙΝΤΟΝΙΚ:
Πίτερ Ουιντόνικ
Η συνεισφορά του Πίτερ Ουιντόνικ στην τέχνη του ντοκιμαντέρ είναι πραγματικά ανεκτίμητη. Πολυπράγμων και ανήσυχος, ο καναδός δημιουργός υπηρέτησε το είδος μέσα από πολλαπλούς ρόλους -σκηνοθέτης, παραγωγός, προγραμματιστής, κριτικός κινηματογράφου– ενώ στάθηκε μέντορας σε πολλές γενιές νέων κινηματογραφιστών. Το 16ο ΦΝΘ τιμά τη μνήμη του βραβευμένου κινηματογραφιστή μέσα από ένα αφιέρωμα που παρουσιάζει χαρακτηριστικούς σταθμούς στο έργο του. Ο ίδιος υπήρξε στενός φίλος και πολύτιμος συνεργάτης του θεσμού, στηρίζοντάς τον έμπρακτα και αδιάλειπτα ήδη από το ξεκίνημά του. Το φεστιβάλ, ως ελάχιστο φόρο τιμής, καθιερώνει το Βραβείο Κοινού Πίτερ Ουιντόνικ, το οποίο θα απονέμεται στο καλύτερο ξένο ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους.

Στην 35ετή διαδρομή του, ο Πίτερ Ουιντόνικ ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο μεταδίδοντας τόσο τις γνώσεις του όσο και την αγάπη του για το ντοκιμαντέρ. Συμμετείχε σε περισσότερες από 100 ταινίες και ..., καθώς και στα σημαντικότερα φεστιβάλ ντοκιμαντέρ ως σύμβουλος, μέλος κριτικής επιτροπής, ομιλητής ή συντονιστής εργαστηρίων. Είχε λάβει διεθνείς διακρίσεις, ανάμεσα στις οποίες και την υψηλότερη τιμή στον χώρο του πολιτισμού στον Καναδά, το βραβείο (...). Πάντοτε δραστήριος μπροστά και πίσω από την κάμερα, υπήρξε επίσης ένας από τους πρωτοπόρους των ψηφιακών μέσων, μεταξύ άλλων και συνιδρυτής του Ντοκ-Αγορά.
Στο πλαίσιο του αφιερώματος του 16ου ΦΝΘ στον Πίτερ Ουιντόνικ, το οποίο συνοδεύεται από δίγλωσση έκδοση για το έργο του, θα προβληθεί η ταινία-σταθμός στην πορεία του δημιουργού: το ντοκιμαντέρ «Κατασκευάζοντας συναίνεση: Ο Νόαμ Τσόμσκι και τα ΜΜΕ» (1992, συν-σκηνοθεσία με τον Μαρκ Άκμπαρ), ένα πορτρέτο του Νόαμ Τσόμσκι που μυεί έξυπνα το θεατή στα άδυτα των ΜΜΕ. Η ταινία χαρακτηρίστηκε από το ... ως «το καλύτερο καναδικό ντοκιμαντέρ όλων των εποχών», προβλήθηκε σε πάνω από 300 πόλεις ανά τον κόσμο, απέσπασε 22 βραβεία, παρουσιάστηκε σε περισσότερα από 50 διεθνή φεστιβάλ και αναμεταδόθηκε σε 12 γλώσσες.

Με το μοναδικό πνευματώδες στυλ του, στο ντοκιμαντέρ Σινεμά Βεριτέ (2000) ο Ουιντόνικ διερευνά την εν λόγω κινηματογραφική σχολή από τις απαρχές της (Ο Νανούκ του Βορρά) ως τη μετεξέλιξή της (...), ενώ το ντοκιμαντέρ του ... (2002, συν-σκηνοθεσία με την Κατερίνα Τσίζεκ) εστιάζει στη νέα οπτική επανάσταση που συντελείται με όπλο την κινηματογραφική κάμερα. Στο 16ο ΦΝΘ θα προβληθεί επίσης και το ντοκιμαντέρ ... του Γιουνγκ Τσανγκ (2012), το τελευταίο ολοκληρωμένο έργο στο οποίο ο Πίτερ Ουιντόνικ διετέλεσε παραγωγός. Εδώ, μέσα από την ιστορία δύο έφηβων κινέζων μποξέρ που προετοιμάζονται για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αναδεικνύεται το χθες και το σήμερα μιας χώρας σε διαρκή αναδιαμόρφωση.

Το κύκνειο άσμα του Π. Ουιντόνικ ως σκηνοθέτη είναι το ντοκιμαντέρ – οδοιπορικό: προσκύνημα στην εικόνα (2009), το οποίο συνυπογράφει με την κόρη του, Μίρα. Από το Κάνσας του Μάγου του Οζ και τη Γαλλία του Ζορζ Μελιές ως τη Μπιενάλε της Βενετίας, οι δυο τους ταξιδεύουν ανά τον κόσμο σε αγαπημένους σύγχρονους και ιστορικούς σταθμούς, ανιχνεύοντας το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του σινεμά και των μέσων επικοινωνίας. Η κόρη του, Μίρα, θα είναι εκείνη που θα ολοκληρώσει το τελευταίο ντοκιμαντέρ που άφησε στη μέση ο Πίτερ Ουιντόνικ, με τίτλο (...). Η σφραγίδα και το όραμά του για το ντοκιμαντέρ θα παραμείνουν ανεξίτηλα. «Ο ρόλος του ντοκιμαντέρ είναι να αποτελεί την ένοχη συνείδηση της εποχής του, την ενοχλητική αλογόμυγα, τον ταραχοποιό», είχε σημειώσει χαρακτηριστικά κάποτε και ο ίδιος στο μανιφέστο του.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΝΙΚΟΛΑ ΦΙΛΙΜΠΕΡ:

«Ο κινηματογράφος είναι η τέχνη της ελλειπτικότητας: Η γλώσσα είναι μεταφορική και κάθε ταινία έχει τα μυστικά της και μια αίσθηση μυστηρίου». Τα λόγια του Νικολά Φιλιμπέρ αντικατοπτρίζουν το ίδιο του το έργο – μια διαδρομή γεμάτη ανθρώπινες εικόνες που συγκινούν χωρίς να εκβιάζουν το συναίσθημα και υπαινίσσονται πολλά περισσότερα απ’ όσα απαθανατίζουν. Το 16ο ΦΝΘ πραγματοποιεί αφιέρωμα στο έργο του γάλλου κινηματογραφιστή, προβάλλοντας τα σημαντικότερα ντοκιμαντέρ της φιλμογραφίας του. Γεννημένος στη Νανσύ το 1951, ο Φιλιμπέρ σπούδασε φιλοσοφία, ωστόσο πολύ σύντομα στράφηκε στον κινηματογράφο και εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη πλάι στον Αλάν Τανέρ και τον Κλοντ Γκορέτα. Το πρώτο του ντοκιμαντέρ με τίτλο (...) (1978, συν-σκηνοθεσία με τον Ζεράρ Μορντιγιά) καταγράφει με διορατική ματιά τη νέα παγκόσμια οικονομική κατάσταση που τότε αρχίζει μόλις να διαφαίνεται. Η θεματική γκάμα του Φιλιμπέρ δεν περιορίζεται. Κοινωνικά ζητήματα, τέχνη, πολιτική, φύση: Ακολουθεί όσα τον κεντρίζουν με ιδιαίτερη αφοσίωση, σεβασμό κι ευαισθησία.

Το 1990 ο Νικολά Φιλιμπέρ αποκαλύπτει την αφανή ζωή σε ένα από τα διασημότερα μουσεία του κόσμου, μέσα από το Η πόλη του Λούβρου. Δυο χρόνια αργότερα, το Η χώρα των κωφών μοιράζεται τη ζωή και τους κώδικες των ανθρώπων με κώφωση. Το ντοκιμαντέρ του, στα χνάρια του ουμανιστικού σινεμά του Ζαν Ρενουάρ, αποτελεί την πιο ηχηρή σιωπή, αποτυπώνοντας την άγνωστη και πλούσια νοηματική γλώσσα και κατ’ επέκταση κουλτούρα.

Το 1994, μέσα από το ντοκιμαντέρ του Ένα ζώο, δυο ζώα, ο Φιλιμπέρ αναζητά τα ίχνη του ανθρώπου, μπαίνοντας ξανά στα άδυτα ενός μουσείου, αυτή τη φορά στο τμήμα ζωολογίας του Εθνικού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας στο Παρίσι. Το 2001 ο Νικολά Φιλιμπέρ υπογράφει το ντοκιμαντέρ Να είσαι και να έχεις, ένα συγκινητικό πορτραίτο μιας ομάδας μαθητών σε μια απομακρυσμένη περιοχή της Γαλλίας, που έκανε αίσθηση στο Φεστιβάλ Καννών και καθιέρωσε τον σκηνοθέτη διεθνώς. Ευαίσθητο, ειλικρινές, με ιδιαίτερο χιούμορ και οξυδερκή ματιά, το ντοκιμαντέρ μοιάζει να καθρεφτίζει μια ολόκληρη κοινωνία μέσα από τις σχέσεις, τις ισορροπίες και τη δυναμική μιας μικρής τάξης κι ενός δασκάλου.

Στο ντοκιμαντέρ Το παραμικρό (1996), οι τρόφιμοι του ψυχιατρείου... κάνουν πρόβες για την ετήσια θεατρική τους παράσταση. Σε μια σπουδή σεβασμού κι εκτίμησης των χαρακτήρων του, ο Φιλιμπέρ δεν υποκύπτει σε εύκολους συναισθηματισμούς. Αυτή είναι ίσως και η μεγαλύτερη αρετή του: Βιώνει εκ των έσω κάθε κόσμο που κινηματογραφεί, μαθαίνει τους κώδικες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κι ύστερα μοιράζεται με τον θεατή το βίωμά του που έχει ήδη πάρει τη μορφή μιας ταινίας τεκμηρίωσης.

Το Πίσω στη Νορμανδία (2007) είναι ένα ντοκιμαντέρ για τη μαγεία και τη δύναμη του σινεμά. Ο Φιλιμπέρ επιστρέφει σε μια ταινία που σημάδεψε τον ίδιο (το... του Ρενέ Αλιό) και μια περιοχή (τη Νορμανδία) στην οποία πραγματοποίησε τα πρώτα του κινηματογραφικά βήματα. Η κινηματογραφική εργαλειοθήκη του Φιλιμπέρ είναι εκείνη που ξεχωρίζει και το ντοκιμαντέρ του Νενέτ (2009), με κεντρικό χαρακτήρα, ένα γηραιό ουραγκοτάγκο 40 ετών. Στο φακό του σκηνοθέτη πρωταγωνιστεί η συγκινητική εικόνα της Νενέτ και ο ήχος των ανθρώπων που την παρακολουθούν στο Βοτανικό Κήπο του Παρισιού.
Το 2012 στο (...), ο Φιλιμπέρ αναλαμβάνει ακόμη μια πρόκληση: Να εικονογραφήσει έναν κόσμο που υπάρχει μόνο μέσα από τον ήχο, εστιάζοντας στην καθημερινότητα του ραδιοφωνικού σταθμού Ράδιο Φρανς. Από τον Φιλιμπέρ δεν θα περιμέναμε τίποτα λιγότερο. Από την αρχή της διαδρομής του, έως σήμερα, τα μυστήρια της ανθρώπινης πραγματικότητας υπήρξαν και παραμένουν η κινητήριος δύναμη του έργου του.

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Το ΦΚΘ τιμά τη μνήμη του Θόδωρου Αγγελόπουλου

Το βλέμμα του Οδυσσέα στο Ολύμπιον

Η ιστορία του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και των ανθρώπων του, συνδέθηκε στενά με τον άνθρωπο και δημιουργό Θόδωρο Αγγελόπουλο. Φέτος κλείνουν δυο χρόνια από την αναπάντεχη απώλεια του σπουδαίου κινηματογραφιστή και το Φεστιβάλ τιμά τη μνήμη του προβάλλοντας την ταινία Το βλέμμα του Οδυσσέα την Τρίτη 28 Ιανουαρίου, στις 17.30 στο Ολύμπιον.
Στην - βραβευμένη στο Φεστιβάλ Καννών - ταινία ο ελληνοαμερικανός σκηνοθέτης Α. επιστρέφει μετά από πολλά χρόνια στην πατρίδα, αναζητώντας τρεις μπομπίνες ανεμφάνιστου φιλμ των αδελφών Μανάκη, πιονιέρων του κινηματογράφου στα Βαλκάνια. 
Η απεγνωσμένη αναζήτηση του φιλμ όπου καταγράφηκε το πρώτο βλέμμα πάνω σε τούτη τη χερσόνησο, γίνεται ταυτόχρονα και η αναζήτηση ενός βλέμματος από πλευράς του Α., που ψάχνει έναν καινούργιο τρόπο να ξαναδεί τον κόσμο.
 
Ταυτόχρονα το Φεστιβάλ προτείνει στο κοινό του εκδηλώσεις και αφιερώματα που τιμούν τη μνήμη του: Η Ταινιοθήκη της Ελλάδος παρουσιάζει στην Αθήνα ολόκληρο το έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου από τις 23 έως τις 29 Ιανουαρίου 2014 και καλεί τους θεατές να δουν το έργο του κορυφαίου Έλληνα δημιουργού μέσα από τα μάτια των νέων. Επιπλέον την Παρασκευή 24 Ιανουαρίου στην πλατεία Συντάγματος  θα πραγματοποιηθεί ανοιχτή προβολή σε μεγάλη οθόνη του ντοκιμαντέρ Αθήνα, επιστροφή στην Ακρόπολη του Θόδωρου Αγγελόπουλου, μια εκδήλωση που γίνεται με την υποστήριξη του Οργανισμού Πολιτισμού Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων (Ο.Π.Α.Ν.Δ.Α.) και της Ταινιοθήκης της Ελλάδος (Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις εκδηλώσεις και το αφιέρωμα απευθυνθείτε στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος).
Με την ευκαιρία της προβολής της ταινίας Το βλέμμα του Οδυσσέα στο Ολύμπιον, οι σινεφίλ θα έχουν την ευκαιρία να αποκτήσουν τις εκδόσεις για το έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, σε ειδική τιμή στο βιβλιοπωλείο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.